- ἑκατονταπλασίως
- D0-1-0-0-0=1 1 Chr 21,3a hundred times as much or as many
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
ἑκατονταπλασίως — ἑκατονταπλάσιος adverbial ἑκατονταπλάσιος masc/fem acc pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)